Η κατάργηση του αφορολόγητου ορίου για τα εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις και ελεύθερα επαγγέλματα συνιστά κατάφορη αδικία για τους μικρούς επιχειρηματίες, στους οποίους επιβάλλεται ουσιαστικά κεφαλικός φόρος. Η επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου επιβαρύνει αδικαιολόγητα τις ήδη ευρισκόμενες σε δυσχερή κατάσταση μικρές εμπορικές επιχειρήσεις και θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά τους.
Η σταδιακή μείωση του συντελεστή φορολόγησης 25% σε 20% είναι μεν θετική, αλλά στην ουσία δεν επιφέρει κάποια σημαντική ωφέλεια για τους ασθενέστερους οικονομικά συναδέλφους, των οποίων τα εισοδήματα δεν εμπίπτουν στο συγκεκριμένο συντελεστή.
Η αύξηση των τελών κυκλοφορίας έρχεται, δυστυχώς, να συμπληρώσει τις αυξήσεις στα τιμολόγια των ΔΕΚΟ και στον ειδικό φόρο κατανάλωσης και την επιβολή ενιαίου τέλους ακίνητης περιουσίας, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του διαθέσιμου προς κατανάλωση εισοδήματος και τη μείωση του τζίρου των επιχειρήσεων.
Στα θετικά των ανακοινώσεων του υπουργού θα πρέπει να καταγραφεί η εφαρμογή του μέτρου της περαίωσης των ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων. Βέβαια, θα πρέπει να περιμένουμε τις λεπτομέρειες του τρόπου εφαρμογής του, προκειμένου να δούμε κατά πόσον το μέτρο είναι ευνοϊκό ή όχι για τις μικρές επιχειρήσεις. Θετική επίσης κρίνεται η εφαρμογή ρύθμισης για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο.
Συνολικά τα εξαγγελθέντα μέτρα έχουν φοροεισπρακτικό χαρακτήρα και δεν κινούνται στην κατεύθυνση της φορολογικής δικαιοσύνης. Αντίθετα στοχοποιούν και κατασυκοφαντούν την τάξη των ελευθέρων επαγγελματιών και εμπόρων, οι οποίοι εκ προοιμίου αντιμετωπίζονται ως φοροφυγάδες, συρρικνώνουν τις προοπτικές ανάπτυξής τους και επιφέρουν την εξόντωση των ασθενέστερων από αυτούς.
Και όλα αυτά εξαιτίας της χρονίζουσας αδυναμίας της πολιτείας για τη δημιουργία των απαραίτητων ελεγκτικών μηχανισμών, που θα οδηγήσουν στην πάταξη της φοροδιαφυγής, απ΄ όπου κι αν αυτή προέρχεται, και στην εφαρμογή ενός κοινωνικά δίκαιου φορολογικού συστήματος.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου